Skip to content

Άνθρωποι τουρσί. Ένα κείμενο για ταξίδια με οικονομικές αεροπορικές.

190418

IMG_3964Είναι λίγα χρόνια τώρα που το να κάνεις διεθνή ταξίδια με αεροπλάνο γίνεται σταδιακά όλο και πιο δυσάρεστο. Στην Ελλάδα, στο αεροδρόμιο, μας αφήνουν πάντα να περάσουμε τον έλεγχο με μπουκάλι νερό, αλλά εξίσου πάντα με ρωτούν (και μάλιστα μπροστά στο παιδί) αν βγαίνουμε απ’ τη χώρα εν γνώση του πατέρα του. Στην Ελλάδα (η δικαιολογία τους είναι ότι) φοβούνται τις γυναίκες. Στην Αγγλία δε ρωτάνε ποτέ για το παιδί, αλλά μας κρατάνε πάντα το μπουκάλι του. Στην Αγγλία (η δικαιολογία τους είναι ότι) φοβούνται την τρομοκρατία.  

Είναι λίγα χρόνια τώρα που το να κάνεις διεθνή ταξίδια με αεροπλάνο γίνεται σταδιακά όλο και πιο δυσάρεστο. Οι εργαζόμενοι συμπεριφέρονται ως ένστολοι, ενώ τα βασικά (δικαιώματα και παρεχόμενες υπηρεσίες, ή, καλύτερα, δικαιώματα ως παρεχόμενες υπηρεσίες) μειώνονται συνεχώς, μειώνοντας συνεχώς εκ νέου τα όρια του μίνιμουμ, φανερώνοντας μεταξύ άλλων ότι ένα από τα συμπτώματα της τρομολαγνείας είναι μια σειρά από νέα αρνητικά προϊόντα, που μπορείς να εξαγοράσεις σε μια προσπάθεια να διατηρήσεις κάποιου τύπου αξιοπρέπεια: νερό από την άλλη πλευρά, θέσεις άλλες από αυτές που προτιμάς (παράθυρο ή διάδρομος κατά περίσταση -άραγε βάση κάποιας στατιστικής ή βλέπουν απ’ ευθείας τα  κούκιζ μου;), εξαγορά ή υποχρεωτική αποστολή της χειραποσκευής με τις κανονικές βαλίτσες και παράλληλη άρνηση μεταφοράς υγρών, σταδιακά σμικρυνόμενες διαστάσεις στις τσάντες όπου τελικά επιτρέπονται μέσα στο αεροσκάφος, μικρές και μικρότερες θέσεις, φαγητό και νερό που πουλιούνται επιπλέον του ναύλου αλλά και που σώνονται προτού προλάβουμε να φάμε και πιούμε όλοι, τραγελαφικές παράλληλες ουρές “προτεραιότητας”  και μη που χωρίζονται μεταξύ τους απλώς με κορδέλες κ.ά. Όλα συμβολικά ενός μόνου προϊόντος: της τάξης.

Όπως και μέσα από τα περισσότερα αγαθά, εκείνο που αγοράζεις είναι η τάξη σου. Και πρέπει να φαίνεται. Στην πάνω τάξη οι ένστολοι εργαζόμενοι σου συμπεριφέρονται (περίπου) ως πελάτη. Στην κάτω τάξη σου συμπεριφέρονται ευθέως ωσάν να είσαι ύποπτος. Ύποπτος: μια ρευστή, εν δυνάμει, μεταιχμιακή κατάσταση, ακριβώς όπως αυτή του αεροδρομίου. 240 περίπου ύποπτοι και ύποπτες σε τρίωρες και τετράωρες πτήσεις, ταξιδεύουμε μέσα σ’ ένα ιπτάμενο κουτί, γεμάτο νεύρα, κι έτοιμο να εκραγεί.

Η ανησυχία και ο εξευτελισμός οξύνονται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι στο διεθνές έδαφος του αεροδρομίου είναι εντελώς ασαφές εάν μπορείς καν να επικαλεστείς την ιδιότητα του πολίτη (πχ όταν σου αρπάζουν το διαβατήριο γιατί αρνείσαι να σου στείλουν απροειδοποίητα τη χειραποσκευή με τις βαλίτσες και αν απλώσεις να το πάρεις πίσω αρχίζουν ξαφνικά να φωνάζουν ότι τους χτύπησες), όπως επίσης ότι όταν τα αγγλικά του εργαζόμενου που σε “εξυπηρετεί” δεν είναι η μητρική του (κι εδώ που τα λέμε, ούτε η δικιά σου), ο διάλογός σας μπορεί ανά πάσα στιγμή να πάψει να βγάζει νόημα, ενώ παράλληλα, πχ στην πύλη, είναι εντελώς ασαφές αν ο ίδιος εκπροσωπεί την αεροπορική ή το αεροδρόμιο, πέφτοντας συνεχώς σε αντιφάσεις για τις οποίες όμως δεν είσαι σε θέση να τον εγκαλέσεις. Εδώ να προσθέσω ότι, όπως και σε κάθε άλλη εμπόλεμη συνθήκη, είναι πάντα πιο εύκολο όταν ταξιδεύεις με παιδιά -μπορεί να του αρνηθούν το νερό του και να μην έχουν να του πουλήσουν δικό τους, να αρχίσουν να ρωτάνε για τον πατέρα του, ή να το βάλουν να καθίσει 8 σειρές μακρυά σου, αλλά δεν πειράζει γιατί μπαίνετε τσάμπα στη ουρά προτεραιότητας (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό).

Οι εργαζόμενοι στην πύλη είναι απριόρι επιθετικοί. Τους κοιτάω στα μάτια και προσπαθώ να εντοπίσω αν είναι προϊόν των συνθηκών εργασίας τους, ή αν είναι εκπαιδευμένα σκυλιά των αφεντικών τους -αν αυτό μπορεί να διαχωριστεί επαρκώς στην ουσία του- αλλά σε οποιαδήποτε περίπτωση είναι προφανές ότι η συμπεριφορά τους εξαρτάται από το κίτρινο αυτοκόλλητο που σου φοράνε στη “μη-προτεραιότητα” -κρατιέμαι με δυσκολία να μη γίνω ακόμη πιο γραφική- υποχρεωτικά, ενώ περιμένεις στην ουρά.

Κάθε Ευρωπαίος τουρίστας που ταξιδεύει με R.A και E.J (και μάλιστα χωρίς καν “προτεραιότητα”) είναι ύποπτος. Κάθε “Ευρωπαίος τουρίστας” (κατά το σύντομο ανέκδοτο του φιλόξενου ‘Ελληνα, “Αλβανός τουρίστας”) είναι ένας εν δυνάμει οικονομικός μετανάστης. Και τουλάχιστον σε τούτες τις φτηνές αεροπορικές, τα διεθνή ταξίδια μ’ αεροπλάνο τείνουν πια να μοιάζουν με υπερατλαντικά ταξίδια με πλοίο στις αρχές του 20ού για την Αμερική, ή ίσως και χειρότερα: δεν είναι τα πλεονεκτήματα που διαφοροποιούν πια την πρώτη θέση από την πλέμπα, αλλά εκείνα τα οποία η εκόνομι στερείται, που μου θυμίζει εκείνο που μου είχε κάποτε πει ο Α.Κ, ότι στο θέατρο το βασιλιά τον παίζουν οι υπίκοοί του -δεν τον παίζει ο βασιλιας. Οφείλω εγώ να υποφέρω και να βρίσκομαι υπό μια διαρκή προσβολή, και οφείλω να φαίνεται. Τη διαρκή μου προσβολή είναι που αγοράζει η ουρά προτεραιότητας, το θέαμα της διαρκούς μου προσβολής, και της κοστίζει από 4 (επιλογή θέσης) μέχρι 40 (δικαίωμα αποσκευής) ευρώ. Κυμαίνεται δηλαδή, αν μη τι άλλο, στην ίδια κλίμακα με ένα φτηνό σινεμά και μια μέση θέση στην όπερα.

Έχεις πληρώσει όμως κι εσύ. Τα 35-80 ευρώ που κοστίζουν τα αεροπορικά στην εκόνομι, συνοδεύονται από μια σαφή εγγύηση που επιστρέφεται μόνον άμα τη επιβιβάσει, εγγύηση ούτε καν σε είδος, αλλά σε χρόνο – τη μονάδα μέτρησης της εργασίας, του εγκλεισμού και της εξορίας: Τέσσερις, τρεις, δύο μήνες από τη ζωή σου, όσους δηλαδή λιγότερους νωρίτερα αντέχει η τσέπη σου να κλείσεις εισιτήριο. Όχι το εισιτήριο με το οποίο ταξιδεύεις (μιας που στην περίπτωση που κάτι πάει πολύ στραβά, δεν είναι ότι αντί για το ΚΤΕΛ των 16.00, θα πάρεις το ΚΤΕΛ των 21.00), αλλά το εισιτήριο που σήμερα για αύριο κοστίζει πια 200, 400, ή 500 ευρώ, και που επειδή είναι σαφές ότι δεν έχεις να τα πληρώσεις σε χρήμα, τα έχεις ήδη διαθέσει – τα έχεις ήδη εν δυνάμει αποστερηθεί – απευθείας σε χρόνο. 240 διατεθειμένες και διατεθειμένοι, ταξιδεύουμε μέσα σ’ ένα ιπτάμενο κουτί χωρίς πόρτα, ανακουφισμένοι ότι περάσαμε τη δοκιμασία (το σύνορο, το όριο, την ενδιάμεση κατάσταση) μ’ επιτυχία, ώστε τώρα να είμαστε όντως στον αέρα.

Υπάρχει μια ανερχόμενη βιομηχανία που βασίζεται στην καλλιέργεια αυτού του ασαφούς άγχος του να μπαίνεις στο αεροπλάνο με αγνώστους που κουβαλάνε -θου κύριε- νερό για τα παιδιά τους και φέτα σε άλμη. Την ώρα που όλοι μαζί βρισκόμαστε σε κενό αέρα και πολιτικών δικαιωμάτων, μια ολόκληρη αγορά εντεινόμενης συμβολικής αξίας, μέσα από το δικαίωμα να έχεις τσάντα ή περισσότερο χώρο για τον κώλο σου, σου πουλάει τη δυνατότητα να είσαι (όχι πια λιγότερο μαύρος, λιγότερο μπάσταρδος, λιγότερο έκφυλος, ή λιγότερο χοντρός, αλλά κατά βάση) λιγότερο ύποπτος.  Λιγότερο ύποπτος μικροαστός νεομετανάστης με καλά αγγλικά, σπαστά γερμανικά, οικογενειακή ατομική ιδιοκτησία στην Ελληνική ύπαιθρο και μεταπτυχιακό. Λιγότερο ύποπτος, αλλά για το εντελώς λάθος έγκλημα. 

* Ευχαριστώ για τις κουβέντες τη Δ.Μ και τον Τ.Α.

 

Advertisements

Ο ΓΙΑΝ ΦΑΜΠΡ, ΟΙ ΙΠΤΑΜΕΝΕΣ ΓΑΤΕΣ & ΤΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ

220216

[Μερικές σκέψεις με αφορμή το βίντεο (2012), όπου συνεργάτες του Φαμπρ πετούν γάτες στο αέρα πίσω από τη σκηνή, προκειμένου να επενδύσουν με τις κραυγές τους την παράσταση]

imageΈχω παρακολουθήσει τη δουλειά του Γιαν Φαμπρ με μεγάλο ενδιαφέρον στα 18, τα 19 και τα 20 μου, σε τέσσερις βελγικές πόλεις και επί δύο θεατρικές περιόδους, αλλά και στο Φεστιβάλ της Αβινιόν το 2005, την χρονιά που ο Φαμπρ ήταν καλεσμένος καλλιτεχνικός διευθυντής.

Έχω παρακολουθήσει τη δουλειά του Γιαν Φαμπρ με μεγάλο ενδιαφέρον στα 18, τα 19 και τα 20 μου, εξερευνώντας, ως αντανάκλαση στο τέλος της εφηβείας μου, τη σκοτεινότητα μιας παιδικής ηλικίας που μέχρι πριν τα 18, τα 13, τα 8 είναι κατάλληλο να βιώνει κανείς, αλλά εντελώς ακατάλληλο να αφηγείται, πόσο μάλλον να παρακολουθεί. Πόσα παιδιά δεν έχουν αυνανιστεί ενοχικά στον καναπέ στο σαλόνι; Πόσα παιδιά δεν έχουν κάψει τα χέρια τους με κεριά, χαράξει τα μπούτια τους με ξυράφια και τρυπήσει τ’ αφτιά τους με παραμάνες; Πόσα παιδιά δεν έχουν ακρωτηριάσει τζιτζίκια; Πόσα παιδιά δεν έχουν κλείσει τ’ αδέρφια τους στη ντουλάπα; Πόσα παιδιά δεν έχουν εκδηλώσει τη σεξουαλική τους έλξη μέσα από πράξεις βίας κατά του προσώπου της επιθυμίας τους; Πόσα παιδιά δεν έχουν ακολουθήσει το νταή της παρέας εξτασιασμένα, για να υποβληθούν τελετουργικά στα καψόνια του; Πόσα παιδιά δεν έχουν θαυμάσει το κωλόπαιδο που πετάει γάτες στον αέρα και κατουράει τον Υπουργό Πολιτισμού του Βελγίου;

Ο Γιαν Φαμπρ είναι ένας μάστορας των πλαστικών και των παραστατικών τεχνών που αντλεί το μεγαλύτερο μέρος του δραματουργικού και φυσικού του υλικού από την ανθρώπινη σωματικότητα, όπως αυτή οριοθετείται ως πεδίο ηδονής, βρωμιάς και βίας. Η δουλειά του Φαμπρ προσκρούει σαν κραυγή στα δόντια, αντιλαλώντας στο στόμα μέσα απ’ τα πιο βαθειά υπόγεια των γεννητικών οργάνων, των εντέρων και των στομαχικών υγρών.

Υπό την επίφαση διαδραστικότητας, και αρθρωμένο ως μια συνεχής πρό(σ)κληση του σοκ, της αποστροφής και της αισχύνης, το έργο του Γιαν Φαμπρ εγκαινιάζει έναν δραματουργικό χρόνο εντός του οποίου η εμπειρία του θεατή (του κοινού, του επισκέπτη, του μάρτυρα) παθητικοποιείται περαιτέρω, από μια θέση απ’ την οποία “παρακολουθεί” σε μια θέση απ’ όπου “υφίσταται”. Αυτή η θέση ανοχής σε μια βία ακατάλληλη για ανηλίκους, προϋποθέτει τη συναίνεση του θεατή, εντοπίζοντας τη συνθήκη του “παρακολουθώ ωσάν να υφίσταμαι” στα όρια της συνουσίας.

1 σκέψη για το Φεστιβάλ Αθηνών και 5 για τον Γιαν Φαμπρ:

[1] Το κοινό του Φεστιβάλ Αθηνών αποτελεί αναπόφευκτα, ως συλλογικό υποκείμενο, έναν φαντασιακό συνομιλητή που διαμορφώνεται από το ίδιο το Φεστιβάλ. Αν το ερώτημα είναι τι χρειάζεται ή τι ενδιαφέρει σήμερα το ασυνεχές αυτό σώμα, πιθανώς να αρκούσε ένας χρόνος υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Γιαν Φαμπρ για να γνωρίσει σε βάθος τη δουλειά του. Ένας Έλληνας μόνιμος διαχειριστικός διευθυντής και ένας καλεσμένος (ξένος ή Έλληνας) καλλιτεχνικός με μονοετή θητεία, θα έδειναν στο Φεστιβάλ, που τώρα μοιάζει με μονογραφία, δυναμικότερο χαρακτήρα.

[2] Η κακοποίηση της γάτας ή ο χορευτής που κατουριέται είναι μια πράξη ακραίας έκθεσης, μια κραυγή για προσοχή. Εκείνο που όλοι θέλουμε εξάλλου, είναι να μας αγαπούν όταν κατουριόμαστε πάνω μας κι όταν βασανίζουμε (γάτες).

[3] Επειδή το 2014 κάποιοι αντέδρασαν αδίκως στην παράσταση του έργου “Φάουστ” σε σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινού, όταν θεώρησαν ότι ο σκύλος ράτσας Levrier Greyhound που διέσχιζε τη σκηνή ήταν υποσιτισμένος, εδώ μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι δεν πρόκειται για κάποια ιδιαίτερη ράτσα γάτας που πετάει. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, καλό είναι να διευκρινιστεί πως το γεγονός ότι ο Φαμπρ κακοποιεί γάτες επί σκηνής δεν μειώνει επ’ ουδενί την καλλιτεχνική αξία του έργου του, όπως επίσης ότι ως πραγματική πράξη η κακοποίηση ζώων οφείλει να διώκεται με όρους ποινικού δικαίου, και επ’ ουδενί με όρους λογοκρισίας. Άλλωστε, το ότι ο Φαμπρ μπορεί να είναι συγχρόνως μεγάλος καλλιτέχνης και μεγάλος σαδιστής, δεν θα πρέπει καν να βιώνεται ως παράδοξο.

[4] Αντιστοίχως, ο λόγος που αναγκάζεται κανείς να υπερασπιστεί δημόσια την αδιαφορία του σε τούτη τη διάκριση μεταξύ τέχνης και σαδισμού, επιβεβαιώνει το διπλό αυτό εκβιασμό στο έργο του Φαμπρ. Σαν παιδάκι που καλείται να διαλέξει ανάμεσα στον εξευτελισμό (να αποδεχθώ το καψόνι για να γίνω μέλος της παρέας) και την απομόνωση (να αρνηθώ το καψόνι και να μείνω μόνη μου), ενοχλούμαι βαθιά από τον φαύλο κύκλο κατά τον οποίο το ίδιο το δρώμενο λειτουργεί εκ των προτέρων ως σχόλιο στην αντίδρασή μου στο δρώμενο το ίδιο. Η κατ’ ευφημισμό αυτή διαδραστική συνθήκη τού “παρακολουθώ ωσάν να υφίσταμαι” οριοθετεί κάθε μου αντίδραση μεταξύ μαζοχισμού και πουριτανισμού. Νιώθω, ως θεατής, ότι υποβάλομαι επί σκηνής σ’ ένα μπρα-ντε-φερ που υποτίθεται ότι θα μου αποκαλύψει πόσο υποκριτής είμαι.

[5] Μια πρώτη ανάγνωση του όρου υποκριτής: Εάν εξανίσταμαι στην κακοποίηση γατών, αλλά δεν έχω αφοσιωθεί αναλόγως στην αντιμετώπιση κάθε άλλου είδους πραγματικής βίας που αντιλαμβάνομαι ή υφίσταμαι, θα έλεγε κανείς ότι το έργο του Γιαν Φαμπρ, όντως, μου αποκαλύπτει ότι είμαι υποκριτής. Μπορεί να ακούγεται λίγο σαν εκείνο που έλεγε ο καημένος ο μπαμπάς μου, ότι δηλαδή το Κομμουνιστικό Κόμμα χρειάζεται τους φτωχούς για να υπάρξει, άρα επιδιώκει τη φτώχεια, ωστόσο σε αυτήν την περίπτωση οι μικρές δόσεις βίας συμβάλλουν όντως σε μιαν αντιδραστική ιεράρχηση του για τι αξίζει να φωνάζει και για τι δεν αξίζει να φωνάζει κανείς, που καλλιεργεί μιαν ανοσία στη βία και αναπαράγει τον μικροαστό (τον παθητικό θεατή) ακριβώς όπως τον χρειάζεται. 

[6] Μια δεύτερη ανάγνωση του όρου υποκριτής: Το μεταμοντέρνο θέατρο έχει απαλλαχθεί από μια παχειά επίστρωση “υποκριτικής”, χωρίς την οποία κατάφερε να γίνει, μεταξύ άλλων, βαθιά πολιτικό, όχι πια μόνο στη θεματολογία του, αλλά στις καταστατικές συνθήκες ύπαρξής του, στους όρους με τους οποίους (δι)αρθρώνεται και στις σχέσεις μέσα από τις οποίες (απο)οριοθετείται, με βασικότερη τη σχέση κοινού-δρώμενου. Η ανοσία στην πραγματική βία, που από ένστικτο αυτοσυντήρησης καλλιεργεί το κοινό του Φαμπρ, υψώνεται ξανά σαν τέταρτος τοίχος, ανακαλώντας τον υποκριτή (όχι πια στη σκηνή, αλλά στη πλατεία), και ως τέτοια, παρά τη σύγχυση μεταξύ πρωτοπορίας και πρό(σ)κλησης, είναι πολύ πιθανό να είναι βαθιά οπισθοδρομική.

*Ευχαριστώ για τη συζήτηση τις και τους Α.Ε, Ε.Π, Η.Κ, Η.Π, Δ.Μ, Κ.Γ.

Κουίζ & Θεωρίες Συνωμοσίας [Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;]

010914

imageΑ. Έχει γίνει ανταλλαγή. Αν είναι ο Αλέξανδρος, μόλις έκλεισε το ζήτημα των μαρμάρων. 

Β. Ζητείται συσκευή που τρώει Μεγαλέξανδρο και χέζει συναίνεση. 

Γ. Όλα τα παραπάνω.

 

Γιατί και με ποιους έχουμε εμφύλιο (με αφορμή το βίντεο που είδαμε)

210614

image

Στο βίντεο που ποστάρεται παρακάτω βλέπουμε ή/και ακούμε 8 περίπου άτομα, τα οποία φέρονται να αρέσκονται στην ομαδική, και σε πραγματικό χρόνο, παρακολούθηση τρίτων να αυνανίζονται, ον λάιν και ον κάμερα. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, από τη σχετική αρθρογραφία προκύπτει ότι κάποιο άτομο από την ομάδα έχει αναλάβει να προσελκύσει, να διεγείρει και να συνοδέψει το πρόσωπο που παρακολουθούν μέχρι την κορύφωση της πράξης. Με όρους διαδικτυακού σεξ δηλ., το μέλος της ομάδας έχει έρθει σε σεξουαλική “επαφή” με το άλλο πρόσωπο. Αντιλαμβάνομαι ότι για κάποιους η σεξουαλική πράξη ή μη (καθώς και όποιες ειδικά νοηματοδοτημένες εκδοχές της όπως η “απιστία”, η “πρώτη φορά” κλπ) διακρίνεται απο διείσδυση ή μη-διείσδυση, το διαδυκτιακό σεξ ωστόσο αποτελεί μιαν εξαιρετική αντίφαση που ανατρέπει αυτήν την “αρσενική” αφήγηση της ερωτικής πράξης. Για να αναδιατυπώσω λοιπόν, στο βίντεο που ποστάρω παρακάτω, παρακολουθούμε 8 περίπου άτομα, λίγα λεπτά αφού έχουν επιδοθεί ομαδικά στην παρακολούθηση της διαδικτυακής ερωτικής πράξης μεταξύ ενός εξ αυτών και ενος τρίτου προσώπου, οπτικοακουστικό υλικό από την οποία μάλιστα διατηρούν στο αρχείο τους. Απο τη σχετική αρθρογραφία προκύπτει επίσης ότι οι νέοι του βίντεο ασκούν το ιδιότυπο αυτό “χόμπι” εδώ και κάποιον καιρό, ότι δηλ. συνευρίσκονται διαδικτυακά ομαδικά με τρίτους (οι οποίοι βεβαίως αγνοούν τον αριθμό τους, πιστεύοντας ότι έρχονται σε “επαφή” με έναν, μία ή κάποιους από αυτούς), και παράλληλα τους βιντεοσκοπούν (επίσης προφανώς εν άγνοια των), διατηρώντας το βίντεο στο αρχείο τους, προς αναπαραγωγή, διανομή ή άλλη χρήση. Εκείνο που μένει να διερευνηθεί – σε αναλογία του πόσο σεξ είναι (που είναι) το διαδικτυακό σεξ – είναι ο βαθμός στον οποίο το χόμπι αυτό αποτελεί πρακτική κατα συρροή διαδικτυακών βιασμών ον τέιπ.

Για προφανείς λοιπόν λόγους, στο βίντεο που θα δείτε παρακάτω, τα πρόσωπα των συμμετεχόντων είναι ψηφιακά επεξεργασμένα, ενώ οι συμμετέχοντες αναφέρονται στην σχετική αρθρογραφία ως “φοιτητές”. Κατ αυτόν τον τρόπο, ταυτιζόμενοι με την μη-ιδιότητα του φοιτητή, διατηρούν μια ανωνυμία που συγχρόνως βρίσκεται στο μεταίχμιο του δημόσιου και του ιδιωτικού βίου. Δεν είναι μόνο ανώνυμοι, είναι ως επί το πλείστον “μια παρέα… νεαρών”. Χαρακτηριστικά ευαίσθητη είναι η στιγμή όπου ένας εκ των νεαρών εξανίσταται, εκτελώντας ελεύθερη πτώση στον μικροαστισμό, όταν, αηδιασμένος από το κατάντημα το δικό του και της παρέας του, αποφασίζει να βρει μιαν αφελή θηλυκιά (“γυναικούλα”), και να πάνε στο βουνό…

Ανώνυμοι θα παραμείνουν και οι τηλεθεατές των εκπομπών της Ζούγκλας.

Ανεκδιήγητες θα παραμείνουν και οι περιγραφές των “χυδαίων πράξεων” που δυσκολεύεται να καταγράψει ο Μ.Τ. στην σχετική αρθρογραφία.

Δύο σημασίες βρήκα στο λεξικό για τη λέξη χυδαίος (1. που τον χαρακτηρίζει η έλλειψη ηθικής και ευπρέπειας, 2. χυδαίες λέξεις / εκφράσεις / χειρονομίες, κυρίως αυτές που αναφέρονται στο σεξουαλικό τομέα) και μία για τη λέξη ηθική (το σύνολο των θεσμοθετημένων κανόνων μιας κοινωνίας που καθορίζουν τη συμπεριφορά των ατόμων με βάση το κοινωνικά αποδεκτό, το καλό και το κακό), και δεν χρειαζόταν καν να μπω στον κόπο για να πω ότι πρόκειται για ακραίο τραμπουκισμό – εξαιρετικά εξελιγμένο μπουλινγκ μεταξύ ενηλίκων – όχι σε βάρος του Σακελλαρίδη, αλλά σε βάρος όλων μας.

Για να τελειώνουμε με τις μαλακίες, έχουμε εμφύλιο. Έχουμε εμφύλιο με όσους διεγείρονται με την καταστολή της δικής μας επιθυμίας. Έχουμε εμφύλιο με τους σεξιστές, του ομοφοβικούς, τους φασίστες, τους ναζί, τους ρατσιστές, τους φιλελεύθερους, τους τραμπούκους, αυτούς που πάσχουν από ψευδή συνείδηση, τους μικροαστούς, τους θρησκόληπτους, τους καταπιεστές, τ’ αφεντικά, τους μπάτσους, τους νταβατζήδες, τους προσκυνημένους και, εσχάτως, έχουμε εμφύλιο μ’ αυτούς που σκανδαλίζονται. Αυτούς τους τελευταίους δεν τους είχα πάρει στα σοβαρά – απολογούμαι.

Το λιγότερο που έχουμε να κάνουμε είναι να πάψουμε να αναπαράγουμε τη νομιμοποίησή τους ως παράπλευρη απώλεια του εκλογικού μας δικαιώματος. Γιατί έχουμε εμφύλιο, κι όποιος στρογγυλεύει τα λόγια του στην προσπάθεια να αποσπάσει την ψήφο τους, τους παραχωρεί τις γωνίες της καθημερινότητάς μας.

*προφανώς, δεν ποστάρω κανένα βίντεο· όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να το βρεί στα γνωστά σάιτ σεξουαλικής και λοιπών κακοποιήσεων

Σημειολογική συμπτωματολογία της εκπροσώπησης ως κολακεία

070414

image

1

Σημαινόμενο άνευ σημαίνοντος – ο εκπρόσωπος ως αποθράσυνση 

Ο γιος μου δεν είναι τεσσάρων χρονών. Ένα από τα αγαπημένα του παιχνίδια ρόλων είναι το “μαγαζί”. Το “μαγαζί” παρέχει διάφορα αόρατα αγαθά και αόρατες υπηρεσίες έναντι αόρατων χρημάτων, σε αόρατους πελάτες. Ο μικρός, που εμψυχώνει όλους τους ρόλους, μιλάει Ελληνικά και Αγγλικά, ωστόσο μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει όταν δεν μιλάει τίποτε από τα δύο, παρά μια φανταστική γλώσσα, το ηχητικό ίχνος της οποίας δεν σημαίνει τίποτα. Εκείνος που τον παρακολουθεί κατανοεί πλήρως την υπόθεση, ωστόσο ετούτο συμβαίνει στη βάση ενός κανόνα: του κανόνα της συναίνεσης. Ξέρουμε -έχουμε συμφωνήσει- τι παίζουμε, και ως εκ τούτου μπορούμε να λέμε ό,τι θέλουμε.

Παρακολουθείστε τον Κασιδιάρη στην εκδήλωση της ΧΑ στην Κηφισιά. Κι εδώ όπως και αλλού -κι όπως ο γιος μου στο παιχνίδι του- ο Κασιδιάρης δεν λέει ως επί το πλείστον τίποτα. Ετούτο το τίποτα, είναι ένα σημαινόμενο άνευ σημαίνοντος, εντός του οποίου επιβιώνει το προσυμφωνημένο: ο εκπρόσωπος φέρεται ως αποθρασυμένη εκδοχή του εκπροσωπούμενου, καθομοίωση του φασίστα, του ρατσιστή και του σεξιστή που κολακεύει εκφράζοντάς τον στο δημόσιο λόγο.

2

Σημαίνον άνευ σημαινομένου – ο εκπρόσωπος ως εξευγενισμός

Με αφορμή το παραπάνω παιχνίδι, κι επειδή του αρέσουν οι συλλογές, κάποια στιγμή χάρισα στον γιο μου τη συλλογή νομισμάτων του πατέρα μου – κέρματα, από καμιά δεκαριά χώρες. Ως συλλογή δεν είναι αδιάφορη. Ως χρήματα, πιθανώς να έφταναν τα 20 ευρώ, αλλά αν υποθέσουμε ότι τα κάναμε συνάλλαγμα, η συνολική προμήθεια της τράπεζας για τις συναλλαγές θα ξεπερνούσε την χρηματική αξία των νομισμάτων, όπερ σημαίνει, πέραν της συναισθηματικής, φετιχιστικής και ιστορικής τους αξίας, ως λεφτά αυτοακυρώνονται.

Ρίξτε τώρα μια ματιά στους υποψήφιους με το Ποτάμι. Κι εδώ όπως και αλλού -κι όπως τα χρήματα του γιού μου- έχουμε μια συλλογή αναγνωρίσιμων προσωπικοτήτων και “πρωταγωνιστών”. Πρόκειται για την προσωπική συνεισφορά του Σταύρου Θεοδωράκη στην αποπολιτικοποίηση του δημόσιου λόγου, στις εκπομπές του οποίου είδαμε να εξανθρωπίζονται -να χάνουν τη σημασία τους για τα κινήματα- η Κωνσταντίνα Κούνεβα και ο Παύλος Φύσσας, και να εξανθρωπίζονται -να λουστράρονται με καθημερινή γοητεία- ο Μάκης Βορίδης και ο Άδωνις Γεωργιάδης. Η καινοτομία Θεοδωράκη έγκειται στη σύλληψη πίσω από το Ποτάμι. Πρόκειται για μια απόπειρα πολιτικής ευγονικής που συνομιλεί άριστα με την ΧΑ: ως άλλος Νώε, ο Θεοδωράκης “επιλέγει” με το μαγικό του χέρι τους καλύτερους για την κιβωτό. Όπως όμως τα “χρήματα” του γιου μου χάνουν την ιδιότητά τους με το που επιχειρηθεί να χρησιμοποιηθούν ως τέτοια, τα ρόουλ μόντελς του “Ποτάμι” μοιάζουν με φρυγανιές που δε σπάνε όταν τις αλείφεις με μαρμελάδα, ή με το αγαπημένο σου τραγούδι που τώρα παίζει σε διαφήμιση για πιγκάλ: ή δεν υπάρχουν, ή δεν σημαίνουν τίποτα. Ετούτο το τίποτα, είναι ένα σημαίνον χωρις σημαινόμενο, κατά το οποίο ο εκπρόσωπος φέρεται ως εξευγενισμένη εκδοχή του εκπροσωπούμενου, κατεικόνα του καθημερινού ήρωα που κολακεύει εκφράζοντάς τον στο δημόσιο λόγο.

Υπ’ αυτήν την έννοια το κόμμα Θεοδωράκη, πίσω απο τον ελιτισμό του, φανερώνεται εξίσου λαϊκιστικό και χυδαίό με την ΧΑ, αφενός εξισώνοντας το δημόσιο λόγο με το φαντασιακό των 15 λεπτών διασημότητας, αλλά κυρίως συμπληρώνοντας την εκλογική αγορά με ένα ισοδύναμο προϊον, για ένα τάργκετ γκρουπ που η ΧΑ δεν δύνατο να ικανοποιήσει, για αισθητικούς και μόνον λόγους.

το ελγίνειο παράδοξο [3] : ιχ μπιν άιν Χελίν

240214

image

Εκείνο που φέρεται να ανήκει σε ολόκληρη την ανθρωπότητα, μπορεί οποιοσδήποτε να το κλέψει, αλλα κανείς δεν μπορεί να το απαιτήσει πίσω.

*Ich bin ein Berliner (jelly doughnut)

**I am Hellin

slaves built the parthenon [αναδημοσίευση]

240214