Skip to content

προς το συλλογικό μνημείο

061209

Όταν ο καπιταλιστικός βιομηχανισμός υπερισχύει

και η λαϊκή τέχνη διαθέτει πλέον μόνο τα ουρητήρια για να εκφράζεται ελεύθερα

τότε μεταναστεύει

[Άσγκερ Γιορν]

Μεσολογγίου και Τζαβέλα. Αυτό το ιδιότυπο μνημείο in situ, η μετακίνηση, η αποτοποθέτησή του οποίου θα σήμαινε την αντικατάστασή του, την αλλαγή δηλαδή του τρόπου με τον οποίο αυτό (συν)υπάρχει[1], προκύπτει ως τόπος συλλογικής μνήμης εν τόπω, που σημαίνεται από τον βανδαλισμό του δημοσίου χώρου (συνθήματα, stencil, αφίσες). Ο Γιορν, για την περίπτωση των γκραφιτι γράφει: «(Α)ποτελούν τεκμήρια αυτής της θέλησης για παρουσία και για αντίθεση στην καθαγιασμένη Τεχνική»[2]. «Η αξία μιας κουλτούρας και οι δυνατότητες προόδου της εξαρτώνται ουσιαστικά από την ικανότητα πρόσληψης νέων δεδομένων»[3].

Οργανικά μέρη του τόπου συλλογικής μνήμης (που φιλοξενεί τη μνήμη ενός γεγονότος αναπόφευκτα, έχοντας φιλοξενήσει το ίδιο το γεγονός) το σύνθημα, το stencil, η αφίσα εγκαθιστούν και σημαίνουν τη συλλογική μνήμη, που επιβιώνει στον χώρο ως τόπος κοινός, κοινωνικός, στη συμβολή Μεσολογγίου και Τζαβέλα.

Το σημείο όπου δολοφονήθηκε ο δεκαπεντάχρονος Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος, από το καλοκαίρι φιλοξενεί – μάλλον σε μιαν απόπειρα να αντικατασταθεί από – ένα “πολιτικά ορθό” μνημείο προς τιμήν του μαθητή, που μόλις πριν λίγες μέρες απέκτησε την μαρμάρινη επιγραφή: Στη μνήμη του μικρού Αλέξη. Ήταν μόνο 15 χρονών… Δύναται το μνημείο αυτό να συμβάλει στην αποτοποθέτηση της μνήμης, στην μετάθεσή της από τον ίδιο τον τόπο, σε μιαν αναπαράσταση[4], ανάλογη της κατασκευής ενός αποσπασθέντος σημείου αυτού [5]; Μια ανα-παράσταση έναντι μιας παρουσίας και επομένως ένα κενό χρόνου εν τόπω.

Σε αυτήν την αναπαράσταση, που αφηγείται ένα γεγονός ή μνημονεύει ένα πρόσωπο, και συνεπάγεται την εγκατάσταση μιας ερμηνείας στην πόλη, θα μπορούσαμε να αντιπαραθέσουμε τη σκέψη του Lefort· «Ο δημόσιος χώρος […] είναι ο κοινωνικός χώρος όπου, με την απουσία ενός θεμελίου, το νόημα και η ενότητα του κοινωνικού τίθενται υπό διαπραγμάτευση – καθώς την ίδια στιγμή που συστήνεται, τίθεται σε διακινδύνευση. Αυτό που αναγνωρίζεται στο δημόσιο χώρο είναι η νομιμότητα της διαμάχης για το τι είναι θεμιτό και τι αθέμιτο»[6].

Το μνημείου για τον Α.Γ. ωστόσο αφορά αδιαμφισβήτητα την υπενθύμιση ενός γεγονότος που κανένας (ανάμεσα σε εκείνους που έχουν αμιγώς πολιτικές αξιώσεις από την ερμηνεία της δολοφονίας, ως και εκείνους που την προσέλαβαν ως ένα “μεμονωμένο περιστατικό”) δεν θα ισχυριστεί ότι αδίκως φιλοξενείται στο δημόσιο χώρο, πόσο μάλλον ότι η παρουσία της τον προσβάλει ή τον καταπιέζει. Αποτελεί λοιπόν ένα εξαιρετικά κρίσιμο παράδειγμα.

Η κρητική ανάλυση της έννοιας του μνημείου που επιχειρείται εδώ δεν εξαντλείται στα μνημεία που εκβιάζουν τη δημόσια συναίνεση. Η αναπαραστατική λειτουργία του μνημείου γενικά, η (προς τιμήν ή προς διάσωση) κατασκευαστική σκηνογραφική τακτική αφήγησης, εκείνο που επιβεβαιώνει καταρχήν είναι μιαν εφάπαξ εξουσιοδότηση κάποιου (μη προσώπου) να καθορίζει την εμπειρία της πόλης. Το μνημείο του Α.Γ. λέει «θα θυμάστε εδώ» και όχι στον τοίχο της Μεσολογγίου, τον τοίχο που ως τείχος πια διατρέχει την πόλη. Ακριβώς σε αυτήν την υλική πραγμάτωση της εξουσίας εντοπίζεται η προβληματική συμμετοχή του μνημείου εν γένει στο δημόσιο χώρο.

[προς το συλλογικό μνημείο]

Δεκαπέντε χρονών νεκρός. Δεν γράφτηκε μόνο πάνω στο εγκαταλελειμμένο της Μεσολογγίου (που εδώ και λίγες μέρες στέκει με μπαζωμένα παράθυρα και ξυσμένους τοίχους), αλλά σε όλη την πόλη, τη χώρα, τον κόσμο. Τρεις λέξεις που διεύρυναν κάθε φορά την επικράτεια, τα όρια του τόπου: ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος δε δολοφονήθηκε σε μια γωνία, αλλά σε μια πόλη ολόκληρη, σε μια χώρα στον κόσμο. Αντίστροφα στην συγκεντρωτική πρακτική του μνημείου (εδώ) που αποτοποθετεί τη μνήμη, το σύνθημα εντόπισε τη μνήμη σε μια πόλη ολόκληρη, σε μια χώρα στον κόσμο. Το σύνθημα (τοίχος και μπογιά) πραγματώνει τη μνήμη υλικά με τρόπο που να μην εξουδετερώνει τον τόπο σε σημείο (εδώ), και ως πρακτική συλλογική τροφοδοτεί μια μνήμη συλλογική.

Εκείνο που μπορεί να καταφέρει το μνημείο του Α.Γ.

είναι μια σταδιακή λήθη, μια εξουδετέρωση της συλλογικής μνήμης μέσα σε μιαν αφήγηση.

Στη γειτονιά μου λένε ότι το ζήτησε η οικογένεια. Δικαίως η οικογένεια θέλει να ξεχάσει.

Εμείς;

*Ευχαριστώ τους Γ.Π., Δ.Β., Π.Κ. & Σ.Σ.


[1] βλ. και Kaye, 2000.

[2]Ο συγγραφέας αναφέρεται στα γκραφίτι των Νορμανδικών εκκλησιών, που αποτελούν και την κύρια αφορμή του κειμένου τοy (Jorn, 2003, σ. 80).

[3] Ό.π., σ. 65.

[4] Δηλαδή στην κατασκευή που, είτε αναπαριστώντας/παριστάνοντας το πρόσωπο είτε μνημονεύοντας το γεγονός που το αφορά, τοποθετείται εκεί ως διαμεσολαβητής της μνήμης.

[5] «To represent the place, is […] to construct a removal from it» (Kaye, 2000, σ. 7).

[6] Deutsche, 1996, σ. 143.


Advertisements
No comments yet

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: