Skip to content

είναι βαριά η στάχτη του τσολιά [01_τεκμήρια]

200110

* «Βεβαίως δεν δυνάμεθα τώρα πλέον να συστήσωμεν την ανατίναξιν του μανδροτοίχου που εξεθεμελίωσε το απέριττον και απλούν αρχιτεκτονικόν σύνολον των παλαιών ανακτόρων και την νέαν περιφοράν του αγνώστου στρατιώτου προς ανεύρεσιν καλλιτέρου τάφου. Αλλά η απόξεσις τουλάχιστον του γλυπτού εξαμβλώματος είναι επιβεβλημένη» (από τα «Αθηναϊκά Νέα» του 1932, μετά τα εγκαίνια του μνημείου του άγνωστου στρατιώτη· Ιός της 22.03.09).

.

[κάποιες απορίες]

Το Σάββατο 10.01.09, γύρω στις 20.00, και μετά από προειδοποιητικό τηλεφώνημα, αυτοσχέδια βόμβα που είχε τοποθετηθεί μέσα σε σκουπιδοντενεκέ, εξερράγη αριστερά της Βουλής. Δεν υπήρξαν τραυματισμοί, σημειώθηκαν κάποιες υλικές ζημιές, οι εύζωνες δεν τράπηκαν σε φυγή, την ευθύνη ανέλαβαν κάποιες ημέρες μετά οι Πυρήνες της Φωτιάς. Στην εν λόγω λοιπόν «ανάληψη ευθύνης», όπου περιγράφονται οι λόγοι (στο πρώτο μέρος) και η επιχείρηση (στο δεύτερο) λόγος για το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη δεν γίνεται παρά μία φορά, και αυτό για να προσδιοριστεί σαφέστερα το σημείο όπου τοποθετήθηκε η βόμβα (στο επιχειρησιακό, δηλαδή, σκέλος του κειμένου και μόνο). Απορία πρώτη: γιατί, μία βόμβα που τοποθετείται στη Βουλή, αντιμετωπίζεται για μέρες από τα μέσα ως βόμβα στον Άγνωστο Στρατιώτη; Απορία δεύτερη: γιατί επαναφέρεται εμμονικά ότι το μνημείο δεν φυλάσσεται, ούτε πρόκειται να αρχίσει να φυλάσσεται; Απορία τρίτη: τι (δεν) περιλαμβάνει η έκθεση του Ιδρύματος της Βουλής σχετικά με τον Άγνωστο Στρατιώτη;

Με αφορμή την τότε φωτιά στο φυλάκιο του Α.Σ., ο Ιός της 18.03.07 αναφέρεται στην πρωτοφανή διόγκωση του γεγονότος από τα μέσα, που προφανή στόχο είχε τότε να δικαιολογήσει τις τακτικές της αστυνομίας στα πανεκπαιδευτικά συλλαλητήρια ενάντια στο νόμο Γιαννάκου. Ο τότε εκπρόσωπος τύπου τόνιζε, όπως και τώρα ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη, ότι «…ο χώρος της ιεράς μνήμης της χώρας μας, εδώ και πολλές δεκαετίες, δεν φυλάσσεται, διότι ουδέποτε κάποιος είχε διανοηθεί να τον βεβηλώσει». Με αφορμή την επέτειο (!) του καψίματος του φυλακίου, που δύο χρόνια μετά τιμά ο Σύλλογος Ευζώνων με κατάθεση στεφάνου, ο Ιός της 22.03.09 αφιερώνεται στην ξεχασμένη ιστορία του μνημείου. Παραθέματα από το άρθρο αυτό χρησιμοποιούνται σε αυτήν την ανάρτηση.

[κάποιες απαντήσεις]

αναπαράσταση και εθνική ταυτότητα

9 Ιουλίου 1931. Η επιτροπή αποφασίζει τον τρόπο αναγραφής των τοπωνυμίων των μαχών επί των αναβαθμών του μνημείου. Επειδή δεν υπήρχε χώρος και για τα 69 ονόματα που υπέβαλε το υπουργείο, η επιτροπή ζητά ορισμένα από αυτά να περικοπούν.

Από την έκθεση του Ιδρύματος της Βουλής «Στης Βουλής τα πέριξ»

.

Επειδή το μνημείο του Α.Σ., ως συναινετικός μηχανισμός, φιλοδοξείται να επιτελεί την ιστορική και συλλογική μνήμη γενικώς, αναπαριστώντας υποτίθεται όχι ιδεολογήματα, αλλά κοινά ιδανικά όπως η ανεξαρτησία ή η αντίσταση:

α. «Κατ’ αρχήν, το μνημείο δεν αφορά κανενός είδους «αντίσταση». Χτίστηκε για να τιμήσει αποκλειστικά και μόνο πεσόντες στρατιωτικούς των τακτικών ενόπλων δυνάμεων, που σκοτώθηκαν υπακούοντας σε διαταγές των ανωτέρων τους. Αν μη τι άλλο, το διαπιστώνουμε από τα ονόματα των μαχών κι εκστρατειών που αναγράφονται πάνω στο μνημείο: δεν αφορούν ούτε την Αντίσταση του 1941-44 (σε οποιαδήποτε εκδοχή της) αλλά ούτε καν το Εικοσιένα. Το αρχικό πάνθεο περιλάμβανε μόνο μάχες της δεκαετίας 1912-1922. Αργότερα προστέθηκαν ο ελληνοϊταλικός κι ελληνογερμανικός πόλεμος του 1940-41, η δράση του στρατού της Μέσης Ανατολής (Ελ Αλαμέιν, Ρίμινι), οι νίκες του «εθνικού στρατού» κατά των «συμμοριτών» στον Εμφύλιο, ακόμη κι ο καθαρά ιμπεριαλιστικός πόλεμος της Κορέας. Ελέω εθνικής συμφιλίωσης ο Γράμμος και το Βίτσι σβήστηκαν κάποια στιγμή, για να αντικατασταθούν τώρα τελευταία απ’ την κυπριακή τραγωδία του 1974. Δεν πρόκειται, φυσικά, για ελληνική ιδιομορφία. Η ιδέα της λατρείας του «Άγνωστου Στρατιώτη» εμφανίστηκε στις χώρες της αναπτυγμένης Δύσης τη δεκαετία του ’20, ακριβώς ως απάντηση του πολιτικοστρατιωτικού κατεστημένου στο γενικευμένο αντιπολεμικό αίσθημα που προκάλεσε η μαζική ανθρωποσφαγή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και στην κοινωνική ριζοσπαστικοποίηση που επέφερε αυτή η καταλυτική εμπειρία. Υπήρξαν φυσικά και δευτερεύοντες στόχοι, στα πλαίσια πάντα της καταπολέμησης του «εσωτερικού εχθρού». Στη Γαλλία π.χ., ο ενταφιασμός του «Αγνώστου Στρατιώτη» στην Αψίδα του Θριάμβου το Νοέμβριο του 1920 ήταν πρωτοβουλία της φιλομοναρχικής δεξιάς, για να επισκιαστεί η 50ή επέτειος της Δημοκρατίας. Ταυτόχρονα αξιοποιήθηκε για να αναστηλωθεί το κύρος μιας στρατιωτικής ηγεσίας στιγματισμένης από τις εκατόμβες του Βερντέν. Όπως το έθεσε την επομένη της τελετής η σοσιαλιστική Humanite (12.11.20), «η δόξα του άγνωστου στρατιώτη χρησίμευσε χθες για την απόδοση τιμών σε στρατιωτικούς υπερβολικά γνωστούς». […] Εκτός από αυτά τα πολιτικοϊδεολογικά συμφραζόμενα, ο Άγνωστος Στρατιώτης της πλατείας Συντάγματος έχει επιπλέον τη δική του, αυτοτελή ιστορία. Κι αυτή δεν περιορίζεται μόνο στην ουσιαστική «βεβήλωσή» του από δικτατορικά καθεστώτα και κυβερνήσεις δωσιλόγων, που τον «τίμησαν» δεόντως στο πέρασμα του χρόνου. Ούτε στους κάθε λογής περαστικούς ξένους ηγέτες, χασάπηδες και μη, που καταθέτουν εκεί βάσει πρωτοκόλλου τα στεφάνια τους. Αυτό καθεαυτό, το μνημείο έχει συνδεθεί με δυο από τις πιο μαύρες σελίδες της νεοελληνικής Ιστορίας: την ανάπτυξη του εγχώριου φασισμού στα χρόνια του Μεσοπολέμου και τη δημιουργία των δωσιλογικών Ταγμάτων Ασφαλείας (των γνωστών «γερμανοτσολιάδων») επί Κατοχής».

β. «Ευθύς μετά τα αποκαλυπτήριά του, το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη μετατράπηκε σε πόλο έλξης και σημείο επίδειξης των ποικιλόμορφων εγχώριων φασιστικών οργανώσεων. Στις 24.4.1932 παρήλασαν π.χ. μπροστά του οι ένστολοι φαιοχίτωνες της «Εθνικιστικής Οργανώσεως Ελλάδος» του Αλέξανδρου Γιάνναρου (Π. Στεριώτης, «Προσπάθειαι άξιαι τιμής», σ.85-6). Το αποκορύφωμα όμως ήρθε στις 24 Ιουνίου 1933 με το ημιεπίσημο, τρομοκρατικό «προσκύνημα» της βορειοελλαδικής Ε.Ε.Ε. […] Στόχος του καθαρά παρακρατικού αυτού εγχειρήματος ήταν η μεταφορά στην πρωτεύουσα του κλίματος τρομοκρατίας κατά της Αριστεράς και των συνδικάτων που οι «χαλυβδόκρανοι» της ΕΕΕ είχαν ήδη επιβάλει στη Θεσσαλονίκη μετά τον εμπρησμό της εβραϊκής φτωχογειτονιάς του Κάμπελ (29.6.31). «Η κάθοδος αύτη των εθνικιστών εις την πρωτεύουσαν», μας πληροφορεί μ’ ενθουσιασμό το «Έθνος» (25.6.33), «έχει τον χαρακτήραν επιδείξεως όλων των υγιών στοιχείων της χώρας, τα οποία αντιπροσωπεύουν την αντίδρασιν κατά των ανατρεπτικών προπαγανδών και την προσήλωσιν εις τας ιδέας της πατρίδος, της θρησκείας και της οικογενείας». Από το ίδιο ρεπορτάζ μαθαίνουμε πως η μεταφορά των 2.500 περίπου φασιστών έγινε «δια δύο ειδικών αμαξοστοιχιών, εξ εκείνων αι οποίαι συνήθως χρησιμοποιούνται δια την μεταφοράν στρατού εν καιρώ επιστρατεύσεως». Στην Αθήνα τους υποδέχτηκαν 600 ομοϊδεάτες τους και …οι επίσημες αρχές της χώρας. Επικεφαλής της πορείας των φαιοχιτώνων απ’ το Σταθμό Λαρίσης μέχρι το Σύνταγμα τέθηκε η φιλαρμονική του Δήμου Αθηναίων. Στον Άγνωστό Στρατιώτη τους περίμεναν παραταγμένα τμήματα ευζώνων κι η μπάντα της προεδρικής φρουράς, ο πρόεδρος της Γερουσίας Στυλιανός Γονατάς, οι υπουργοί Εσωτερικών Ιωάννης Ράλλης και Δικαιοσύνης Σπυρίδων Ταλιαδούρος, ο φρούραρχος Μπακόπουλος «και πολλοί ανώτεροι αξιωματικοί της ενταύθα φρουράς» («Ελ. Βήμα»). Την επιμνημόσυνη δοξολογία έψαλε ο Βεροίας Πολύκαρπος με τη μισή Ιερά Σύνοδο. Η τελετή κορυφώθηκε με κατάθεση στεφάνου και την ορκωμοσία των «αλκίμων», της νεολαίας της ΕΕΕ, «ενώ η μουσική ανέκρουε τον Εθνικόν Ύμνον και τον Ύμνον των Εθνικιστών» («Καθημερινή»). Ακολούθησε ομιλία στελέχους της ΕΕΕ κατά του «εξωτερικού κι εσωτερικού εχθρού» και παρέλαση των χαλυβδόκρανων «προ των επισήμων, ισταμένων προ του μνημείου» («Έθνος»). Επικεφαλής των φασιστικών τμημάτων βάδιζαν οι εύζωνοι της φρουράς («Καθημερινή»). Για την πάταξη των αντιφασιστικών εκδηλώσεων της Αριστεράς κινητοποιήθηκε όλη η αστυνομία της πρωτεύουσας, σε αγαστή συνεργασία με τους χαλυβδόκρανους. Οι τελευταίοι αφέθηκαν ελεύθεροι ακόμη και να πυροβολούν εναντίον των αντιφρονούντων. «Ενώ η αμαξοστοιχία διήρχετο την οδόν Κωνσταντινουπόλεως», διαβάζουμε π.χ. στο «Έθνος» (25.6.33), «δύο κομμουνισταί, οι Αρ. Πιστόλης και Αν. Χατζίσκος ή Πικραμένος, εμούτζωσαν τους εθνικιστάς. Οι εθνικισταί επυροβόλησαν εναντίον των και ετραυμάτισαν σοβαρώς εις την οσφυακήν χώραν τον Χατζίσκον ή Πικραμένον, όστις και μετεφέρθη εις το Δημοτικόν Νοσοκομείον. Ο Πιστόλης εστράπη εις φυγήν μη συλληφθείς». Όσο για το φασίστα που πυροβόλησε, αυτός όχι μόνο δεν συνελήφθη αλλά ούτε καν αναζητήθηκε. Ο τελικός απολογισμός ήταν ένας τουλάχιστον νεκρός (ο εργάτης Π. Θωμόπουλος) από αστυνομική σφαίρα κατά τη διάρκεια οδομαχιών έξω απ’ το Βαρβάκειο, δυο βαριά τραυματισμένοι από σφαίρες, δεκάδες χτυπημένοι από γκλομπς και πάνω από 200 αντιφασίστες συλληφθέντες».

Και επειδή γίνεται πολύς λόγος για το ότι ακόμη και ο Γερμανός κατακτητής δεν τόλμησε να βεβηλώσει το μνημείο:

«Αν υπάρχει κάποια στιγμή που ο «Άγνωστος Στρατιώτης» βρέθηκε να πρωταγωνιστεί στα πεπρωμένα του τόπου, αυτή ήταν η γερμανική Κατοχή. Είναι ίσως ελάχιστα γνωστό, όμως τα «ευζωνικά τάγματα» που ανέλαβαν το 1943-44 να συνδράμουν τον κατακτητή κατά της Αντίστασης (οι γνωστοί «γερμανοτσολιάδες») συγκροτήθηκαν από (και με μαγιά) τους τσολιάδες του εν λόγω μνημείου. Το βασικό δε Τάγμα Ασφαλείας της πρωτεύουσας δεν ήταν άλλο από το «Τάγμα Φρουράς του Αγνώστου Στρατιώτου» (Τ.Φ.Α.Σ.)!».

Τις παραπάνω πληροφορίες δεν τις συναντά κανείς στην έκθεση του Ιδρύματος της Βουλής. Ακόμη και οι αισθητικές κρίσεις κατά του μνημείου μετακινούνται με τρόπο στο περιθώριο των εκθεμάτων, ενώ συντάκτες της εποχής μιλούν για τερατούργημα και αναγνώστες εισηγούνται μεταξύ σοβαρού και αστείου την ανατίναξή του.

(συνεχίζεται)

Advertisements
No comments yet

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: