Skip to content

περί οδοφραγμάτων και μνημείων [αναδημοσίευση ν1]

200311

Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα μικρό απόσπασμα από το εξαιρετικό βιβλίο της Kristin Ross, The Emergence of Social Space, σε δικιά μου μετάφραση. Το βιβλίο αυτό πραγματεύεται τη σχέση της ποιητικής δημιουργίας του Αρθούρου Ρεμπώ με την  Κομμούνα του 1871. Μέσα από την ανάλυση της Ross, προκύπτει πως η σύνδεση ακόμα και μιας τόσο “απογειωμένης” μορφής τέχνης όπως η ποίηση με τα κοινωνικά δρώμενα είναι σίγουρα άμεση, αν και όχι πάντοτε ευθεία. Το συγκεκριμένο απόσπασμα συζητά την ιστορική μορφή του οδοφράγματος ως κατασκευής στο χώρο με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που το φέρνουν σε αντίθεση με τη μνημειακή αρχιτεκτονική του αστικού χώρου.

-Συμεών Βάταλος

*κείμενο Kristin Ross *μετάφραση Συμεών Βάταλος *ανάρτηση spinanelcuore.wordpress.com

.

Στα Aπομνημονεύματα του, ο Gustave-Paul Cluseret, ο πρώτος υπουργός πολέμου της Κομμούνας, στοχάζεται πάνω στα μαθήματα των οδομαχιών που σημάδεψαν το πέρας της Κομμούνας. Στην πορεία, καταγράφει λεπτομερειακά τη φιλοσοφία και τη στρατηγική χρήση αυτού του τοπογραφικά πανταχού παρόντος κατασκευάσματος των εξεγερμένων, δηλαδή του οδοφράγματος. Το κυριότερο χαρακτηριστικό της κατασκευής οδοφραγμάτων ήταν η ταχύτητα. Σε αντίθεση με το μοναδικό, επιλεκτικά τοποθετημένο, κεντρικό αστικό μνημείο, του οποίου η αύρα προέρχεται από την απομόνωση και τη σταθερότητά του, τα οδοφράγματα δεν κατασκευάζονταν με βάση ένα μοναδικό “κατάλληλο χώρο”: οι ομάδες του δρόμου έπρεπε να στήσουν όσα περισσότερα οδοφράγματα ήταν δυνατόν, στο συντομότερο δυνατό χρόνο. Η κατασκευή των οδοφραγμάτων ήταν, συνεπώς, αυτοσχέδια και πρόχειρη:

“Δεν είναι λοιπόν απαραίτητο τα οδοφράγματα αυτά να είναι τέλεια κατασκευασμένα. Μπορούν κάλλιστα να φτιαχτούν από αναποδογυρισμένες άμαξες, ξηλωμένες πόρτες, εκπαραθυρωμένα έπιπλα, πέτρες του οδοστρώματος όπου αυτές είναι διαθέσιμες, δοκάρια, βαρέλια, κλπ”.i

Τα μνημειακά ιδανικά της άψογης, διαρκούς και αθάνατης μορφής, της ποιότητας των υλικών και της ακεραιότητας του σχεδιασμού αντικαθίστανται από ένα ιδιαίτερο είδος bricolage, όπου αντικείμενα καθημερινής χρήσης αποσπώνται βίαια από το σύνηθες πλαίσιό τους και χρησιμοποιούνται με ριζικά διαφορετικό τρόπο. Μια παρόμοια συνείδηση της τακτικής αποστολής του κοινότοπου υπάρχει στην παρωδία του ΡεμπώCe qu’on dit au poète à propos de fleurs όπου τα συνήθη “εργαλεία” του παρνασσισμού αποκτούν κυριολεκτική χρηστική αξία: “Trouve, ô Chasseur, nous le voulons, / Quelques garances parfumées / Que la Nature en pantalons / Fasse éclore! – pour nos Armées! … Trouve des Fleurs qui soient des chaises!” Στο ποίημα αυτό, όπως και αλλού, ο Ρεμπώ λύνει με παράδοξο τρόπο τη στειρότητα του συμβολισμού των παρνασσιστών επιστρέφοντας, από τη μια, άνευ όρων στην πλήρη γκάμα της αισθητικής εμπειρίας, την καθημερινή ζωή στις πιο πεζές τις όψεις και, από την άλλη, διαφεύγοντας σε ένα πραγματικά ουτοπικό χώρο. Με παρόμοιο τρόπο γράφει ο Cluseret, τα πάντα μπορούν να γίνουν υλικό κατασκευής, τα πάντα μπορούν να χρησιμεύσουν ως όπλο: “εκρηκτικά, έπιπλα, και γενικά οτιδήποτε μπορεί να εκτοξευτεί”, όπως και ο καθένας μπορεί να γίνει στρατιώτης:

“Σταματούσαν τους περαστικούς για να δώσουν ένα χεράκι στην κατασκευή των οδοφραγμάτων. Ένα τάγμα της εθνοφρουράς είχε καταλάβει την περιοχή και οι φρουροί καλούσαν όλους τους περαστικούν να συνεισφέρουν το λιθαράκι τους όπως να ‘ναι στην άμυνα”ii

Ίσως όμως το πιό σημαντικό σημείο που πρέπει να τονίσουμε είναι η στρατηγική χρήση των οδοφραγμάτων: σε καμιά περίπτωση δεν έπρεπε, όπως ξεκαθάριζε ο Αύγουστος Μπλανκί στο κείμενό του Instructions pour une prise d’armes, να χρησιμουποιηθούν ως καταλύματα. Τα οδοφράγματα, γράφει ο Clusteret, “δε στοχεύουν να στεγάσουν αυτούς που τα υπεραμύνονται, εφόσον οι άνθρωποι αυτοί θα βρίσκονται μέσα στα σπίτια, αλλά στοχεύουν να εμποδίσουν την κυκλοφορία των δυνάμεων του εχθρού, να τις ακινητοποιήσουν και να δώσουν την ευκαιρία στους εξεγερμένους να τους λούσουν με ό,τι μπορεί να εκτοξευτεί εναντίον τους”. Οι παρατηρήσεις αυτές είναι σκέψεις που γράφτηκαν μετά τα γεγονότα για τη μορφή που θα μπορούσε να λάβει η άμυνα της Κομμούνας. Στην πραγματικότητα, οι περισσότερες μάχες που δόθηκαν, ειδικά κατά τις τελικές σφαγές της ματωμένης εβδομάδας, ήταν παραδοσιακές μάχες σώμα με σώμα. Παρόλα αυτά, φαίνεται πως ακολουθήθηκαν κάποιες από τις στρατηγικές αντάρτικου πόλης που περιέγραψαν ή πρότειναν ο Cluseret και ο Μπλανκί. Στα ενθυμήματά του που ξεπέταξε μετά το τέλος της Κομούνας, ο Catulle Mendès περιέγραψε τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν οι πειθαρχημένοι Βερσαλιέροι στρατιώτες να εισέλθουν σε κάποια παρισινάquartiers:

“Σε άλλα σημεία του Παρισιού όμως, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις ήταν λιγότερο επιτυχείς. Στο προάστειο Saint-Germain, ο στρατός προέλαυνε πολύ αργά, σχεδόν σημειωτόν. Οι φεντεραλιστές πολέμησαν με ηρωική αγριότητα. Από τις γωνίες των δρόμων, από τα παράθυρα, από μπαλκόνια αντηχούν πυροβολισμοί που σπάνια χάνουν το στόχο τους. Αυτό το είδος πολέμου κουράζει τους στρατιώτες, των οποίων η πειθαρχία δεν τους επιτρέπει να ανταπαντήσουν με παρόμοιες μανούβρες. Στο Saint-Ouen επίσης, η προέλαση των στρατευμάτων είχε σταματήσει. Το οδόφραγμα στην οδό Clichy αντιστάθηκε σθεναρά και για πολύ χρόνο”.iii

Η άμεση λειτουργία των οδοφραγμάτων, λοιπόν, είναι να αποτρέπει την ελεύθερη κουκλοφορία του εχθρού μέσα στην πόλη – να τον ακινητοποιεί έτσι ώστε να δώσει εύκολο στόχο. Οι εξεγερμένοι, από την άλλη, έχουν την κινητικότητα στο πλευρό τους: “δεν δίνουν κανένα στόχο… δε βρίσκεται κανείς στο οπτικό πεδίο. Αυτό είναι το ζωτικό σημείο.” Για το σκοπό αυτό, ο Μπλανκί ήταν υπέρμαχος της στρατηγικής που έγινε γνωστή ως “τρύπημα των σπιτιών”:

“Όταν, στις αμυντικές γραμμές, ένα σπίτι απειλείται άμεσα, κατεδαφίζουμε το κλιμακοστάσιο από το ισόγειο και ανοίγουμε τρύπες στο πάτωμα του πρώτου ορόφου, ώστε να μπορούμε να πυροβολούμε τους στρατιώτες που εισβάλλουν στο ισόγειο”.iv

Ο Cluseret γράφει για το “πλευρικό τρύπημα” των σπιτιών: “κάποιοι φρουρούν το ισόγειο ενώ άλλοι ανεβαίνουν γρήγορα στον πρώτο όροφο και αμέσως γκρεμίζουν τη μεσοτοιχία προς το διπλανό σπίτι και ούτω καθεξής, μέχρις όπου μπορούσαν να φτάσουν”. Τα σπίτια ξεκοιλιάζονται για να μπορούν οι εξεγερμένοι να μετακινούνται ελεύθερα σε όλες τις κατευθύνσεις, μέσα από περάσματα και δίκτυα επικοινωνίας. Ο εχθρός στο δρόμο απομένει παγωμένος και στατικός. “Οι οδομαχίες δε συμβαίνουν στο δρόμο, αλλά στα σπίτια, όχι έξω, στα ανοιχτά, αλλά υπό κάλυψη.” Οι οδομαχίες εξαρτώνται από την κινητικότητα ή τη μόνιμη μετακίνηση. Βασίζονται στη μετατροπή των σπιτιών σε περάσματα, αντιστρέφοντας ή ακυρώνοντας έτσι το διαχωρισμό ανάμεσα σε δημόσιο και ιδιωτικό χώρο. “Μια ριπή αέρα….” (Nocturne Vulrgaire). Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν γράφει πως για τον flaneur στο τέλος της Δεύτερης Αυτοκρατορίας, η πόλη μεταμορφώνεται σε εσωτερικό. Για τους Κομουνάρους ισχύει το αντίθετο: το εσωτερικό γίνεται δρόμος.

iGustave-Paul Cluseret, Mémoires du Général Cluseret, vol. II (Paris: Jules Levy, 1887), σελ. 274-87.

iiLouis Rossel, Mémoires, procès et correspondance (Paris: J.J. Pauvert, 1960), 276.

iiiCatulle Mendès, Les 73 journées de la Commune (Paris: E. Lachaud, 1871), 311.

ivAuguste Blanqui, Instructions pour une prise d’armes (Paris: Editions de la tête de feuilles, 1972), 61.

.

*κείμενο Kristin Ross *μετάφραση Συμεών Βάταλος *ανάρτηση spinanelcuore.wordpress.com

Advertisements
No comments yet

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: