Skip to content

Ο ΓΙΑΝ ΦΑΜΠΡ, ΟΙ ΙΠΤΑΜΕΝΕΣ ΓΑΤΕΣ & ΤΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ

220216

[Μερικές σκέψεις με αφορμή το βίντεο (2012), όπου συνεργάτες του Φαμπρ πετούν γάτες στο αέρα πίσω από τη σκηνή, προκειμένου να επενδύσουν με τις κραυγές τους την παράσταση]

imageΈχω παρακολουθήσει τη δουλειά του Γιαν Φαμπρ με μεγάλο ενδιαφέρον στα 18, τα 19 και τα 20 μου, σε τέσσερις βελγικές πόλεις και επί δύο θεατρικές περιόδους, αλλά και στο Φεστιβάλ της Αβινιόν το 2005, την χρονιά που ο Φαμπρ ήταν καλεσμένος καλλιτεχνικός διευθυντής.

Έχω παρακολουθήσει τη δουλειά του Γιαν Φαμπρ με μεγάλο ενδιαφέρον στα 18, τα 19 και τα 20 μου, εξερευνώντας, ως αντανάκλαση στο τέλος της εφηβείας μου, τη σκοτεινότητα μιας παιδικής ηλικίας που μέχρι πριν τα 18, τα 13, τα 8 είναι κατάλληλο να βιώνει κανείς, αλλά εντελώς ακατάλληλο να αφηγείται, πόσο μάλλον να παρακολουθεί. Πόσα παιδιά δεν έχουν αυνανιστεί ενοχικά στον καναπέ στο σαλόνι; Πόσα παιδιά δεν έχουν κάψει τα χέρια τους με κεριά, χαράξει τα μπούτια τους με ξυράφια και τρυπήσει τ’ αφτιά τους με παραμάνες; Πόσα παιδιά δεν έχουν ακρωτηριάσει τζιτζίκια; Πόσα παιδιά δεν έχουν κλείσει τ’ αδέρφια τους στη ντουλάπα; Πόσα παιδιά δεν έχουν εκδηλώσει τη σεξουαλική τους έλξη μέσα από πράξεις βίας κατά του προσώπου της επιθυμίας τους; Πόσα παιδιά δεν έχουν ακολουθήσει το νταή της παρέας εξτασιασμένα, για να υποβληθούν τελετουργικά στα καψόνια του; Πόσα παιδιά δεν έχουν θαυμάσει το κωλόπαιδο που πετάει γάτες στον αέρα και κατουράει τον Υπουργό Πολιτισμού του Βελγίου;

Ο Γιαν Φαμπρ είναι ένας μάστορας των πλαστικών και των παραστατικών τεχνών που αντλεί το μεγαλύτερο μέρος του δραματουργικού και φυσικού του υλικού από την ανθρώπινη σωματικότητα, όπως αυτή οριοθετείται ως πεδίο ηδονής, βρωμιάς και βίας. Η δουλειά του Φαμπρ προσκρούει σαν κραυγή στα δόντια, αντιλαλώντας στο στόμα μέσα απ’ τα πιο βαθειά υπόγεια των γεννητικών οργάνων, των εντέρων και των στομαχικών υγρών.

Υπό την επίφαση διαδραστικότητας, και αρθρωμένο ως μια συνεχής πρό(σ)κληση του σοκ, της αποστροφής και της αισχύνης, το έργο του Γιαν Φαμπρ εγκαινιάζει έναν δραματουργικό χρόνο εντός του οποίου η εμπειρία του θεατή (του κοινού, του επισκέπτη, του μάρτυρα) παθητικοποιείται περαιτέρω, από μια θέση απ’ την οποία “παρακολουθεί” σε μια θέση απ’ όπου “υφίσταται”. Αυτή η θέση ανοχής σε μια βία ακατάλληλη για ανηλίκους, προϋποθέτει τη συναίνεση του θεατή, εντοπίζοντας τη συνθήκη του “παρακολουθώ ωσάν να υφίσταμαι” στα όρια της συνουσίας.

1 σκέψη για το Φεστιβάλ Αθηνών και 5 για τον Γιαν Φαμπρ:

[1] Το κοινό του Φεστιβάλ Αθηνών αποτελεί αναπόφευκτα, ως συλλογικό υποκείμενο, έναν φαντασιακό συνομιλητή που διαμορφώνεται από το ίδιο το Φεστιβάλ. Αν το ερώτημα είναι τι χρειάζεται ή τι ενδιαφέρει σήμερα το ασυνεχές αυτό σώμα, πιθανώς να αρκούσε ένας χρόνος υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Γιαν Φαμπρ για να γνωρίσει σε βάθος τη δουλειά του. Ένας Έλληνας μόνιμος διαχειριστικός διευθυντής και ένας καλεσμένος (ξένος ή Έλληνας) καλλιτεχνικός με μονοετή θητεία, θα έδειναν στο Φεστιβάλ, που τώρα μοιάζει με μονογραφία, δυναμικότερο χαρακτήρα.

[2] Η κακοποίηση της γάτας ή ο χορευτής που κατουριέται είναι μια πράξη ακραίας έκθεσης, μια κραυγή για προσοχή. Εκείνο που όλοι θέλουμε εξάλλου, είναι να μας αγαπούν όταν κατουριόμαστε πάνω μας κι όταν βασανίζουμε (γάτες).

[3] Επειδή το 2014 κάποιοι αντέδρασαν αδίκως στην παράσταση του έργου “Φάουστ” σε σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινού, όταν θεώρησαν ότι ο σκύλος ράτσας Levrier Greyhound που διέσχιζε τη σκηνή ήταν υποσιτισμένος, εδώ μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι δεν πρόκειται για κάποια ιδιαίτερη ράτσα γάτας που πετάει. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, καλό είναι να διευκρινιστεί πως το γεγονός ότι ο Φαμπρ κακοποιεί γάτες επί σκηνής δεν μειώνει επ’ ουδενί την καλλιτεχνική αξία του έργου του, όπως επίσης ότι ως πραγματική πράξη η κακοποίηση ζώων οφείλει να διώκεται με όρους ποινικού δικαίου, και επ’ ουδενί με όρους λογοκρισίας. Άλλωστε, το ότι ο Φαμπρ μπορεί να είναι συγχρόνως μεγάλος καλλιτέχνης και μεγάλος σαδιστής, δεν θα πρέπει καν να βιώνεται ως παράδοξο.

[4] Αντιστοίχως, ο λόγος που αναγκάζεται κανείς να υπερασπιστεί δημόσια την αδιαφορία του σε τούτη τη διάκριση μεταξύ τέχνης και σαδισμού, επιβεβαιώνει το διπλό αυτό εκβιασμό στο έργο του Φαμπρ. Σαν παιδάκι που καλείται να διαλέξει ανάμεσα στον εξευτελισμό (να αποδεχθώ το καψόνι για να γίνω μέλος της παρέας) και την απομόνωση (να αρνηθώ το καψόνι και να μείνω μόνη μου), ενοχλούμαι βαθιά από τον φαύλο κύκλο κατά τον οποίο το ίδιο το δρώμενο λειτουργεί εκ των προτέρων ως σχόλιο στην αντίδρασή μου στο δρώμενο το ίδιο. Η κατ’ ευφημισμό αυτή διαδραστική συνθήκη τού “παρακολουθώ ωσάν να υφίσταμαι” οριοθετεί κάθε μου αντίδραση μεταξύ μαζοχισμού και πουριτανισμού. Νιώθω, ως θεατής, ότι υποβάλομαι επί σκηνής σ’ ένα μπρα-ντε-φερ που υποτίθεται ότι θα μου αποκαλύψει πόσο υποκριτής είμαι.

[5] Μια πρώτη ανάγνωση του όρου υποκριτής: Εάν εξανίσταμαι στην κακοποίηση γατών, αλλά δεν έχω αφοσιωθεί αναλόγως στην αντιμετώπιση κάθε άλλου είδους πραγματικής βίας που αντιλαμβάνομαι ή υφίσταμαι, θα έλεγε κανείς ότι το έργο του Γιαν Φαμπρ, όντως, μου αποκαλύπτει ότι είμαι υποκριτής. Μπορεί να ακούγεται λίγο σαν εκείνο που έλεγε ο καημένος ο μπαμπάς μου, ότι δηλαδή το Κομμουνιστικό Κόμμα χρειάζεται τους φτωχούς για να υπάρξει, άρα επιδιώκει τη φτώχεια, ωστόσο σε αυτήν την περίπτωση οι μικρές δόσεις βίας συμβάλλουν όντως σε μιαν αντιδραστική ιεράρχηση του για τι αξίζει να φωνάζει και για τι δεν αξίζει να φωνάζει κανείς, που καλλιεργεί μιαν ανοσία στη βία και αναπαράγει τον μικροαστό (τον παθητικό θεατή) ακριβώς όπως τον χρειάζεται. 

[6] Μια δεύτερη ανάγνωση του όρου υποκριτής: Το μεταμοντέρνο θέατρο έχει απαλλαχθεί από μια παχειά επίστρωση “υποκριτικής”, χωρίς την οποία κατάφερε να γίνει, μεταξύ άλλων, βαθιά πολιτικό, όχι πια μόνο στη θεματολογία του, αλλά στις καταστατικές συνθήκες ύπαρξής του, στους όρους με τους οποίους (δι)αρθρώνεται και στις σχέσεις μέσα από τις οποίες (απο)οριοθετείται, με βασικότερη τη σχέση κοινού-δρώμενου. Η ανοσία στην πραγματική βία, που από ένστικτο αυτοσυντήρησης καλλιεργεί το κοινό του Φαμπρ, υψώνεται ξανά σαν τέταρτος τοίχος, ανακαλώντας τον υποκριτή (όχι πια στη σκηνή, αλλά στη πλατεία), και ως τέτοια, παρά τη σύγχυση μεταξύ πρωτοπορίας και πρό(σ)κλησης, είναι πολύ πιθανό να είναι βαθιά οπισθοδρομική.

*Ευχαριστώ για τη συζήτηση τις και τους Α.Ε, Ε.Π, Η.Κ, Η.Π, Δ.Μ, Κ.Γ.

Advertisements
No comments yet

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: