Skip to content

beimnaechstenmalwirdallesbesser

front

.

Τον όρο συλλογική μνήμη εισάγει τον 20ό αι. ο Maurice Halbwachs με το έργο του La Mémoire Collective (1950). Το εντατικό ενδιαφέρον για τη Μνήμη που αναπτύσσεται μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, βρίσκεται σε έξαρση κατά τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, οδηγώντας σε αύξηση τον αριθμό και τα είδη των μουσείων, καθώς και τα μνημεία που αφιερώνονται στα τραύματα της ανθρωπότητας. Μέχρι το 1990, η περιοχή που αφορά τη μελέτη των μνημείων έχει αυτονομηθεί, ενώ παράλληλα παρατηρείται και μια ρητή τάση της θεωρίας προς την αποδόμηση των συμβατικών πρακτικών συμμνημόνευσης, η οποία συνεισφέρει και στον αυτοπροσδιορισμό μιας περιοχής των εικαστικών, τη Δημόσια Τέχνη. Η Δύση γνώρισε χαρακτηριστικά έργα αυτού του ρεύματος στην προσπάθεια διαχείρισης της μνήμης του Ολοκαυτώματος και της τομής που αυτό επέφερε στο Δυτικό κόσμο, όταν η Σύγχρονη Δημόσια Τέχνη της Συμμνημόνευσης κλήθηκε να επιλύσει μιαν ακραία συνθήκη σύγκρουσης και ενοχής που δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί με συμβατικούς μηχανισμούς ανάκλησης της κοινωνικής συναίνεσης και της εθνικής συνοχής.

Εξαιτίας του συμβολικού και πραγματικού χώρου που καταλαμβάνει το μνημείο στο δημόσιο χώρο, τα δίπολα μνήμη – λήθη και συντήρηση – καταστροφή, έχουν απασχολήσει τις κοινωνικές επιστήμες και την αρχιτεκτονική θεωρία, πιθανώς τόσο ενδελεχώς όσο έχουν απασχολήσει και τη στενότερη επιστημονική περιοχή του μνημείου, δηλ. αυτή της Συντήρησης και της Αποκατάστασης. Ετούτο δεν δικαιολογεί μόνο την απόπειρα διατύπωσης των σχετικών ζητημάτων από μια θέση εκτός της στενής αυτής επιστημονικής περιοχής, αλλά αναδεικνύει και τη σημασία που διατηρεί το μνημείο στη σύγχρονη δυτική κοινωνία και στον τρόπο που αυτή εκδηλώνεται πολιτικά και πολεοδομικά. Το blog εκκινεί από την υπόθεση ότι ο βανδαλισμός των έργων συμμνημόνευσης στο δημόσιο χώρο δεν αποτελεί εκδήλωση άλογου μίσους που περιθωριοποιημένα υποκείμενα εκτελούν απρόκλητα, αλλά ότι ο βανδαλισμός των μνημείων είναι διαδικασία της μεταβιβαστικής λειτουργίας του μνημείου, καθώς και ότι, ο βάνδαλος είναι σύμπτωμα της ανάγκης του μνημείου για έναν δρώντα, ο οποίος εκδηλώνει – εντός της ίδιας συμβολικής γλώσσας – τη βία που το μνημείο επιτελεί, χωρίς τελικά να απειλεί τις συνθήκες ύπαρξής του αλλά, αντίθετα, επαληθεύοντάς τες.

Το blog διέπουν δύο υποθέσεις: [Α] ότι το μνημείο αποτελεί τεχνολογικό εξοπλισμό της συστημικής βίας, συντελεί στην αποτοποθέτηση δημόσιων χώρων και υποκινεί τη βία του βανδαλισμού του που ενεργοποιεί μια διαδικασία απόδοσης υπερφυσικών χαρακτηριστικών στην πολιτική τάξη που ενσαρκώνει, καθώς και [Β] ότι το μνημείο αποτελεί μηχανή αναπαραγωγής συλλογικών ταυτοτήτων που αποσιωπούν τον κοινωνικό ανταγωνισμό, και, συνεκδοχικά, διαστρεβλώνοντας το δημόσιο χαρακτήρα του χώρου στον οποίο επιδρά, παρεμποδίζοντας τη συλλογική διαχείρισης της μνήμης. Υπόθεση Α και υπόθεση Β συγκεντρώνονται στο ερώτημα: Μήπως η βία του ίδιου του μνημείου είναι πολύ λιγότερο συμβολική από εκείνη του βανδαλισμού του; Μπορούμε να μιλήσουμε για μια κοινωνία χωρίς μνημεία; Μπορούμε να μιλήσουμε για μια κοινωνία χωρίς βανδαλισμό; 

Ο λόγος για τον οποίο το blog δεν περιλαμβάνει έναν ρητό ορισμό του μνημείου αφορά την εστίαση η οποία επιδιώκεται. Ο προφανής δρόμος που προϋποθέτει μια καθαρή κλιμάκωση του τι είναι μνημείο προκειμένου να κατανοήσει κανείς τον βανδαλισμό του, φαίνεται ότι εκτροχιάζει την υπόθεση εργασίας εξαιτίας του πλήθους συμβατικών παραδοχών που συνεπάγονται μιας κλίμακας του τύπου: τόπος μνήμης, τέχνη στο δημόσιο χώρο, δημόσιο γλυπτό, ερείπιο. Αν, για παράδειγμα, υιοθετήσουμε την άποψη ότι τα όρια μεταξύ μνημείου που εγείρεται προς τιμήν προσώπου ή γεγονότος (δημόσιο γλυπτό) και πολιτισμικού κληροδοτήματος (ερείπιο) είναι σαφή και σταθερά, πώς θα μιλήσουμε για τον Παρθενώνα, ως μνημείο υπό κατασκευή, που εξουδετερώνει δια της απώλειας των μαρμάρων την ιδρυτική βία του νεοελληνικού κράτους; Παρότι ετούτη η κλιμάκωση χαρτογραφεί μιαν αποκλιμακούμενη ανάγκη για συντήρηση (ερείπιο, δημόσιο γλυπτό, τέχνη στο δημόσιο χώρο, τόπος μνήμης) αναδεικνύοντας εκ παραδρομής μιαν ανάγκη για βανδαλισμό (την εξάρτηση του μνημείου από τη δυνητικοποιημένη του καταστροφή), δεν μας είναι χρήσιμη, καθώς διασκορπίζει τις τρεις περιοχές στις οποίες επιθυμούμε να σταθούμε: την ταυτότητα, τον δημόσιο χώρο και τη μνήμη.

Σε ένα δεύτερο στάδιο, και με τη βοήθεια ενός ιδιότυπου ημερολογίου των τεσσάρων τελευταίων χρόνων, θα ξαναδούμε τη θεωρία δίπλα σε ένα πλήθος εικονοκλαστικών χειρονομιών (βανδαλιστικών επιθέσεων ή βέβηλων παρεμβάσεων), που έλαβαν χώρα (κυρίως) στην Αθήνα από τον Δεκέμβρη του 2008 μέχρι τον Δεκέμβρη του 2012. Εκείνο που θα υπονοήσουμε με το χρονικό αυτό είναι ότι οι διαπραγματεύσεις για τη μνήμη και τη λήθη, καθώς και για το μνημείο και τον βανδαλισμό του, που ξεκινούν να εκδηλώνονται αμέσως μετά τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου στα Εξάρχεια, αντανακλούν τις κοινωνικές διεργασίες μιας περιόδου διεκδικήσεων για τον δημόσιο χώρο της πόλης, η οποία, αν και ολοκληρώνεται σε στάδια, φαίνεται να είναι ακόμη ενεργή. Παράλληλα, η βία κατά των επίσημων αναπαραστάσεων που αφηγούνται μια κοινωνία απαλλαγμένη από τον κοινωνικό ανταγωνισμό, επεκτίνεται από τα δημόσια μνημεία και στα δημόσια πρόσωπα. Με τεχνικές που θυμίζουν κατά πολύ βανδαλισμό μνημείων (αυγά και γιαούρτια που μοιάζουν με μπογιές και σπρέι), τα πρόσωπα των εκπροσώπων γίνονται στόχος εικονοκλαστικής (και συχνά πραγματικής) βίας, αντιστρέφοντας εκείνο που ισχυρίζεται ο Dario Gamboni (1997), ότι δηλ. η βία που υφίσταται ένα άγαλμα είναι ανάλογη της βίας που θα υφίστατο το πρόσωπο που αναπαριστά: η βία σε βάρος των δημόσιων προσώπων νομιμοποιείται εκ παραδρομής εξαιτίας της συμβολοποίησής τους, εξαιτίας του ότι φέρονται να εκπροσωπούν [represent], δηλ. να αναπαριστούν [represent], μια κοινωνία απαλλαγμένη από τον κοινωνικό ανταγωνισμό.

Η επικυριαρχία του μνημείου στο δημόσιο χώρο προσβάλει το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού των πολιτικών υποκειμένων, περιορίζει τον δημόσιο χαρακτήρα του χώρου, συντελεί στην αποστέρηση του δικαιώματος της αναπαράστασης και λειτουργεί ως πανοπτική τεχνολογία επιτήρησης. Φαίνεται ότι η βία του ίδιου του μνημείου είναι πολύ λιγότερο συμβολική από εκείνη του βανδαλισμού. Το μονοπώλιο της βίας περιλαμβάνει το μονοπώλιο των επίσημων αναπαραστάσεων στο δημόσιο χώρο, δηλαδή το μονοπώλιο της διαχείρισης της μνήμης.

Μια από τις αισθητικά πιο ενδιαφέρουσες αλλά και πιο βίαιες καμπάνιες για την επιστροφή των Μαρμάρων, απεικονίσει έναν ημίγυμνο ακρωτηριασμένο άνδρα και γράφει For or against?. Είμαστε υπέρ ή κατά; Κανείς δεν είναι τόσο ανόητος φυσικά ώστε να ρωτήσει αν είμαστε υπέρ ή κατά του βανδαλισμού των μνημείων. Εκείνο που οφείλει να ειπωθεί, και που αν και ακραία ριζοσπαστικό είναι στη διατύπωσή του πολιτικά απολύτως ορθό, είναι ότι αν ένας κοινωνικός σχηματισμός επιδιώκει να εκδηλώνεται μέσα από οριζόντιες δομές, οφείλει να επαναπροσδιορίσει τα μέσα δια των οποίων εκφράζεται πολιτικά και τη σχέση του με την αναπαράσταση και τη διαμεσολάβηση των εικόνων, υπολογίζοντας τις επιπτώσεις της επικυριαρχίας των εικόνων στο δημόσιο χώρο, τα πολιτικά υποκείμενα που αναθρέφει ο δημόσιος χώρος αυτός, καθώς επίσης και την πρόκληση μιας συλλογικής διαχείρισης της μνήμης.

No comments yet

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: