Skip to content

το ελγίνειο παράδοξο [2]

150214

αποδελτίωση*003

Ειναι αρχικα προφανες οτι η θεση των μαρμαρων ειναι στον Παρθενωνα. Τουτο ωστοσο θα μπορουσε να ειπωθει ευκολοτερα αν επροκειτο για το διαμαντι που πρεπει να γυρισει στην Ινδια ή τις μασκες που πρεπει να γυρισουν στην Αφρικη, με την εννοια οτι κυνδυνευει κανεις να φαινεται πως δεν υπερασπιζεται τη λογικη αλλα την εθνικιστικη μικροτητα του εκαστοτε υπουργου (ο οποιος παρεμπιπτοντως μου θυμιζει τα παιδακια στα Μινιον που περιμενουν στην ουρα για να βγουν φωτογραφια με τον Αγιο Βασιλη).

Ωστοσο, επειδη αντιθετα με εκεινο που πιστευται, σημασια δεν εχει ουτε τι λες, ουτε πως το λες, αλλα ποιος το λεει, η νοηματοδοτηση που εχουν λαβει τα μαρμαρα απο ολοκληρο το ενδοκοινοβουλευτικο φασμα εχει καταστησει την επιστροφη τους απεχθη.

Με μια δευτερη αναγνωση ομως, η επιστροφη των μαρμαρων ειναι και ανοητη για εναν πιο σημαντικο λογο: Ειναι ανιστορικο να πας να φερεις τα μαρμαρα απο το Βρετανικο για να τα κρεμασεις παλι στο μνημειο (υποτιθεται μαλιστα “με τη θεληση τους”). Με ανθρωπολογικους, με αισθητικους, με φιλοσοφικους ορους, ειναι απλως ανοησια. Το μνημειο δεν ειναι ενα κοινο αντικειμενο. Δεν μπορεις να πας και να το διορθωσεις! Το μνημειο ειναι θραυσματικο γιατι ενσωματωνει μιαν αλλη καταγραφη.

Το να ζηταμε πισω τα μαρμαρα ειναι σα να ζηταμε ενα μνημειο πεσοντων χωρις πολεμο, βερες χωρις μελλονυμφους και πρωτοχρονιατικα φλουρια σε βουτηματα για τσάι.

* Ευχαριστω τον Α. Μπ.

το ελγίνειο παράδοξο

110214

image

Τον μπελά του βρήκε ο Κλούνεϊ, και δεν αναφέρομαι στην μπηχτή του Βρετανου επικεφαλής της Επιτροπής Πολιτισμού, Μέσων Ενημέρωσης και Αθλητισμού, ο οποίος τον αποκάλεσε “Αμερικάνο” (που μπορεί και να σημαίνει “αυτόκλητος μεσάζων”), αλλά στα σάλια του Έλληνα υπουργού Πολιτισμού, ο οποίος έσπευσε να του στείλει τους πιο φιλικούς του χαιρετισμούς, για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης, προφανώς, στα ελληνικά.

Προσπερνώ το πρόβλημα ότι ο Παναγιωτόπουλος ισχυρίζεται ότι ομιλεί εξ ονόματος όλων (υποθέτω και για να μοιραστεί τον εξευτελισμό του να τρέχεις πίσω απο τις δηλώσεις κάθε αναγνωρίσιμου προσώπου), καθώς και την γενικότερη ανάλυση λόγου που πρέπει στην επιστολή (π.χ. σχετικά με την τακτική απόδοσης συνείδησης στα μάρμαρα, που βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο “χωρίς την θέλησή τους”), για να έρθω στον παραδοξολογικό χαρακτήρα αυτής της υποτιθέμενης διεκδίκησης:

Αν το αίτημα της αποκατάστασης των μαρμάρων, που επιτρέπει στον Παναγιωτόπουλο να ομιλεί εξ ονόματος ολων, ικανοποιηθεί, ο Παναγιωτόπουλος χάνει τη δυνατότητα να ομιλεί εξ ονόματος όλων, καθώς το ελληνικό έθνος χάνει τον χαρακτηριστικό ψυχισμό του οιονεί αγωνιζόμενου. Είναι απλό για κάθε μη εμπλεκόμενο τρίτο: τα artifacts ανηκουν στον τόπο καταγωγής τους. Είναι σαφές για κάθε αποικιοκράτη: ισχύει το γνωστό finders-keepers. Είναι προφανές: για κάθε κράτος που βασίζει εσωτερική συνοχή και πολιτική συναίνεση σε μια υποτιθέμενη συλλογική πληγή, ο μόνος ασφαλής τρόπος να διεκδικεί αλλά να μην ικανοποιεί το αίτημά του είναι να αυτοεξευτελίζεται.

Κι ενώ η συμπεριφορά της Μεγάλης Βρετανίας (όταν μιλάει για δημόσιο συμφέρον) τείνει στην αποϊεροποίηση (που ισοδυναμεί με αυτοαναίρεση) του μνημείου, ο μόνος που φαίνεται αρκετά αφελής για να ανακινήσει το ζήτημα είναι ο εξορισμού τρίτος, ο “Αμερικάνος”. Αυτόν τον τρίτο οφείλουν να αποκρούσουν οι δύο πλευρές αμφότερες, η μια με επίθεση και η άλλη με (αποκρουστική) επίθεση φιλίας.

capital punishment

091213

AIDS

021213

141113

560111_10200981167719508_1130539003_n-1

* Ευχαριστώ τον Π.Κ.

public (and) art

131113

επίκαιρα

021113

a

Γράφω με αμφιθυμία, καθότι η ανάγκη να μιλήσει κανείς δεν συμβαδίζει απαραίτητα με την ανάγκη του να ειπωθεί εκείνο που τελικά λέγεται. Είναι, εννοώ, κάπως προφανές ότι κάθε νεκρός έχει μητέρα που θα τον θρηνήσει, παιδιά, συντρόφους, εραστές και αγνώστους. Εκείνο ωστόσο που οφείλει να μας αφορά είναι μάλλον οι άγνωστοι. Η πράξη είναι δημόσια. Η βία που την χαρακτηρίζει δεν είναι η βία της αφαίρεσης της ζωής, αλλά η βία που διαρρηγνύει τα ιδιωτικά όρια αυτού του γεγονότος και το καθιστά δημόσιο. Η δημοσιότητα είναι βία. Κι αυτό γιατί οι συμβολικοί δεσμοί του γεγονότος εμπλέκουν, με τη βία, όλους μας.

Δεν νιώθω ιδιαίτερα καλά με την ιδέα ότι προσωπικά ο θάνατος αυτός καθαυτός ενός Χρυσαυγίτη δε φαίνεται να με αγγίζει. Ψάχνω μέσα μου και το μόνο που βρίσκω είναι ένα απονοηματοδοτημένο αντανακλαστικό, το ίδιο που είχα χτες μπροστά στο περιστέρι που σαν να το χτύπησε το ρεύμα, έπεσε με το κεφάλι στο καπό του αυτοκινήτου ενώ το προσπερνούσα με το λεωφορείο. Τινάχτηκα από τη θέση μου, αλλά δεν ζήτησα του οδηγού να σταματήσει. Αν στη ζούγκλα της πόλης η τροφική αλυσίδα περιλαμβάνει και τα περιστέρια και τις κολώνες της ΔΕΗ, το να συντροφέψω ένα περιστέρι στις τελευταίες του στιγμές θα ήταν κάτι που θα αφορούσε, ιδιωτικά, μόνον εμένα και ούτε καν το περιστέρι, πόσο μάλλον τον θάνατό του. Το πένθος όμως μέσα από το λεωφορείο είναι ένα πένθος δημόσιο. Όπως δημόσια είναι η συνενοχή στις συνθήκες γέννησης και συντήρησης μιας ζούγκλας όπου η τροφική αλυσίδα τείνει προς τον κανιβαλισμό.

Ως εκ τούτου, το ζήτημα πιστεύω ότι πρέπει να μας απασχολεί ως εξής:

Αν και υπάρχει τέτοιο κομμάτι στα όρια της κοινωνίας που αυτοπροσδιορίζεται πολιτικά αποδίδοντας στον εαυτό του το ρόλο του εξονόματός της εκδικητή (έχει, αν μη τι άλλο, υπάρξει), τι πιθανότητες υπάρχουν όλο αυτό να είναι απλώς προβοκάτσια; Πιστεύω μεγάλες. Τι πιθανότητες υπάρχουν όλο αυτό να είναι ανοησία; Πιστεύω επίσης μεγάλες. Έχει σημασία αν είναι προβοκάτσια που προσποιείται την ανοησία ή αν είναι ανοησία που εξυπηρετεί την προβοκάτσια; Ασφαλώς και έχει.

Το αίμα αυτών των δύο ανθρώπων (ανθρώπων, με την αποκλειστική έννοια του όρου που πάντα οφείλει να μας συγκινεί, τουλάχιστον όσο και ο όρος “περιστέρι”), μας καθιστά κοινωνούς μιας ύποπτης συστημικής προπαγάνδας εξαιτίας του ότι το ανθρώπινο αυτό αντανακλαστικό συγκαλύπτει συνειδητά μιαν αμυντική απέχθεια. Ετούτη η αμυντική απέχθεια, κρυμμένη άτσαλα κάτω από την ανθρωπιά μας, δύναται υπό τη γοητεία του λανθάνοντος να φαντάζει ως το πολύτιμο μυστικό (το “δημόσιο μυστικό” που θα έλεγε ο κύριος Taussig), η αξία του οποίου όμως ταυτίζεται με την δυνιτικοποίηση της αποκάλυψής του. Η προσπάθεια που κάνουμε για να κρύψουμε την απέχθεια προς τον Χρυσαυγίτη είναι ένας επιτυχής αντιπερισπασμός στον οποίο επιδιδόμαστε συλλογικά.

Δυνάμεθα όλοι μας, όλοι εμείς οι ανόητοι, να κάνουμε τους πονηρούς φυλάσσοντας το ανείπωτο: “μεταξύ μας, δεν με ενδιαφέρει καθόλου για τους δύο Χρυσαυγίτες, δύο, τρεις τέσσερις πόσοι ήταν, χέστηκα, καλά τους κάνανε” κι ύστερα “κι αυτός μανούλα έχει” κι ύστερα “γιατί ο Φύσσας μανούλα δεν είχε” και “καλά τους κάνανε”, αλλά “κι εγώ μανούλα είμαι” και πάλι απ την αρχή.

Κι έτσι, πίσω από την στρατιά των ανόητων που αναλώνεται νομίζοντας ότι υποκρύπτει τις αμφιβολίες της γύρω από το αν ο θάνατος ενός Χρυσαυγίτη ισοδυναμεί όντως με τον θάνατο ενός ανθρώπου, κρύβεται με απόλυτη επιτυχία μια δυσβάστακτη ενοχή, η συλλογική ευθύνη για την γέννηση ενός Χρυσαυγίτη που ισοδυναμεί αδιαπραγμάτευτα με τον θάνατο ενός ανθρώπου, του ανθρώπου που ο ίδιος ο Χρυσαυγίτης υπήρξε πριν τον αποχαρακτηρισμό του.

Βία είναι ο συλλογικός στρουθοκαμηλισμός. Δεν είναι οι δύο νεκροί του Ν. Ηρακλείου, που ήταν, πιθανολογώ, πεθαμένοι  καιρό τώρα.

Το ζήτημα είναι ποιανού θανάτου τη συλλογική ευθύνη είμαστε πρόθυμοι να αναλάβουμε.

.

—————————————————————————————————————————————————

.

Γιατί η ανοησία ισοδυναμεί με προβοκάτσια στο βαθμό που προλαμβάνει τις συλλογικές απαντήσεις: Εχτές στο δελτίο των 8 είδα να πυροβολούν έναν Χρυσαυγίτη στο κεφάλι. Δεν ξέρω κατά πόσον ο θάνατος ενός Χρυσαυγίτη ισοδυναμεί όντως με τον θάνατο ενός ανθρώπου. Το θέμα είναι κατά πόσον ισοδυναμώ εγώ με άνθρωπο την ώρα που το κοιτάζω. Τώρα κατάλαβα γιατί είδαμε τον Παύλο Φύσσα να πεθαίνει στην πρώτη σελίδα.